Βάθικ Αρούν — (9ος αι. μ.Χ.). Άραβας χαλίφης. Κυβέρνησε στο χαλιφάτο της Σαμάρας (842 846), πόλη του σημερινού Ιράκ στον Τίγρη ποταμό, αφού διαδέχτηκε τον πατέρα του Αλ Μοτάσεμ. Ο Β. πίστευε ότι το Κοράνι ήταν δημιούργημα ανθρώπων και όχι θεϊκή αποκάλυψη,… … Dictionary of Greek
SATIO — I. SATIO Macedoniae oppidum circa Lychnidem paludem. Polyb. l. 5. II. SATIO circa Vergiliarum occasum fiebat, in Graecia fere omni et Asia, Plinio l. 18. c. 7. Aestiva, quae aestate ante Vergiliarum exortum seruntur, ut milium, panicum, sesama,… … Hofmann J. Lexicon universale
νικηφόρος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ίδρυσε τη Μονή Χαρσιανού. Η μνήμη του τιμάται στις 23 Οκτωβρίου. 2. Ν. ο Φωκάς. Αυτοκράτορας του Βυζάντιου. Η μνήμη του τιμάται στις 11 Δεκεμβρίου. 3. Πιάστηκαν αιχμάλωτοι μαζί με τον Στέφανο και… … Dictionary of Greek
чужую траву косит, а своя на стебле вянет — Чужую пашню пашет, а своя в залежи. Ср. L en ne doit pas mettre la faux en autruy blé. Prov. Gallic. Manuscr. XV s. Ср. Le Roux; de Lincy. Pr. fr. Ср. Fundum alienum arat, incultum familiarem deserit. Пашню чужую пашет, свою оставляет… … Большой толково-фразеологический словарь Михельсона
Чужую траву косит, а своя на стебле вянет — Чужую траву коситъ, а своя на стеблѣ вянетъ. Чужую пашню пашетъ, а своя въ залежи. Ср. L’en ne doit pas mettre la faux en autruy blé. Prov. Gallic. Manuscr. XV s. Ср. Le Roux de Lincy. Pr. fr. Ср. Fundum alienum arat, incultum familiarem deserit … Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)
Ären — * Ären, verb. reg. act. welches nur in den gemeinen Mundarten einiger Gegenden üblich ist. Es bedeutet aber, 1) so viel als pflügen überhaupt, besonders in Elsaß, Thüringen und Franken. 2) Zum letzten Mahle unmittelbar vor der Wintersaat pflügen … Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart
VACCA — I. VACCA Diodoro memoratur inter animalia, quae Aegyptii ob utilitatem, quam ex iis caperent, veneratentur, namque την` μὲν θήλειον βοῦν ἐργάταν τίκτειν, καὶ την` ἐλαφρὰν τῆς γῆς αροῦν, et ipsam vomere terram proscindere aliosque qui hoc… … Hofmann J. Lexicon universale
VOMER — quod terram vomit et eruit, Varroni, Graecis ὕννις, ab ὗς sus, quia primum rostrô humum sulcans sus, arandi artem docuisse videtur, Plut. Sympos. l. 4. Probl. 5. Certe horum operâ ad agrorum cultum usos Aegyptios, illosque, aratrô non adhibitô,… … Hofmann J. Lexicon universale
Ρόδος — Νησί της Δωδεκανήσου, το μεγαλύτερο του συμπλέγματος και το τέταρτο της Ελλάδας μετά την Κρήτη, την Εύβοια και τη Λέσβο) με έκταση 1.398 τ. χλμ. Μαζί με τα νησιά Τήλο, Σύμη, Χάλκη και Μεγίστη (Καστελόριζο) αποτελεί την πρώην επαρχία Ρόδου. Ρόδος… … Dictionary of Greek
θέατρο — Σκηνική παράσταση, λυρικό έργο, επιθεώρηση, χορογραφικό θέαμα· θ. ονομάζεται επίσης το σύνολο των θεατρικών έργων ενός συγγραφέα (π.χ. το θ. του Ίψεν). Ο όρος όμως δραματικό θ. δηλώνει αποκλειστικά το θεατρικό είδος που παρουσιάζει ένα γεγονός… … Dictionary of Greek